Tender.gr
Διαφήμιση

Έκτακτο: Θλίψη στον καλλιτεχνικό χώρο. Έφυγε από την ζωή πασίγνωστος Σκηνοθέτης.

Διαφήμιση

Άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 88 ετών!

Θλίψη σκόρπισε στον καλλιτεχνικό κόσμο και όχι μόνο, η είδηση του θανάτου του πασίγνωστου σκηνοθέτη Ζαν-Λυκ Γκοντάρ!

Ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ (Jean-Luc Godard), γεννήθηκε στις 3 Δεκεμβρίου του 1930 στο Παρίσι και έζησε τα παιδικά του χρόνια μεταξύ Γαλλίας και Ελβετίας.

Το 1949, o Ζαν-Λυκ Γκοντάρ βρίσκεται στο Παρίσι για να σπουδάσει εθνολογία στη Σορβόννη. Εκεί θα γνωρίσει και θα συναναστραφεί με τους Κλοντ Σαμπρόλ, Φρανσουά Τρυφώ, Έρικ Ρομέρ και Ζακ Ριβέτ – τους κινηματογραφιστές δηλαδή που μετέπειτα θα στελεχώσουν το κίνημα της Νουβέλ Βαγκ (Nouvelle Vague).

Το 1950, μαζί με τους Τρυφώ και Ριβέτ εκδίδει το περιοδικό Gazette du Cinema, γράφει για το σινεμά και παράλληλα παίζει σε ταινίες των Ριβέτ και Ρομέρ. Το 1952 ξεκινά η συνεργασία του με το θρυλικό περιοδικό Cahiers du Cinema του Αντρέ Μπαζέν. Με τα χρήματα που συγκεντρώνει, θα γυρίσει την πρώτη του μικρού μήκους ταινία, το ντοκιμαντέρ «Επιχείρηση Μπετόν» (1954).

Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’50 θα ολοκληρώσει ακόμη τέσσερις ταινίες μικρού μήκους.
Έντονα επηρεασμένος από σκηνοθέτες όπως οι Ζαν Ρενουάρ, Νίκολας Ρέι, Ρομπέρ Μπρεσόν, Ρομπέρτο Ροσελίνι και Ζαν Ρους, ο Γκοντάρ θα προσπαθήσει εξαρχής – σε αντίθεση με τον φίλο και συνάδελφό του Τρυφώ – να εντάξει την προσωπική του ζωή, αλλά και τις πολιτικές του πεποιθήσεις, στις ταινίες του αλλά και να δείξει ότι στον κινηματογράφο «όλα επιτρέπονται». Αυτοσχεδιασμός, κάμερα στο χέρι, αυτοαναφορικότητα, δοκιμιογραφικός λόγος, παράθεση λογοτεχνικών και φιλοσοφικών κειμένων, αποτελούν μερικά μόνο από τα χαρακτηριστικά στοιχεία του έργου του.
Το φιλμ «Με Κομμένη την Ανάσα», εγκαινιάζει το κίνημα της γαλλικής Νουβέλ Βαγκ το οποίο, σύμφωνα με τον Γκοντάρ, ορίζεται από «τη θλίψη, τη νοσταλγία για τον κινηματογράφο που έπαψε πια να υπάρχει καθώς και από την καινούρια σχέση μεταξύ μύθου και πραγματικότητας». Ως και το 1965 κινηματογραφεί μεταξύ άλλων, κάποιες από τις σπουδαιότερες ταινίες του: «Ο Μικρός Στρατιώτης», «Η Περιφρόνηση», «Ο Τρελός Πιερό» και το «Αλφαβίλ».

Από το 1966 ως το 1968, ο σκηνοθέτης δημιουργεί ταινίες έντονα επηρεασμένες από τα πολιτικά γεγονότα της τρέχουσας δεκαετίας και τα κοινωνικοπολιτικά ρεύματα που αναδύθηκαν από τις ταραχές του Μάη του ’68. Αναφέρουμε χαρακτηριστικά: Masculin-Feminin (1966), Two or Three Things I Know About Her (1966), La Chinoise, Weekend (1967) και Le Gai Savoir (1968).
Με τον Ζαν-Πιερ Γκορέν, ο Γκοντάρ θα ιδρύσει την ομάδα Τζίγκα Βερτόφ και θα αποποιηθεί τον τίτλο του δημιουργού και τον ρόλο του κινηματογράφου. Μαζί με τον Γκορέν θα ολοκληρώσει τις ταινίες-δοκίμια Wind From the East (1969), Vladimir and Rosa (1971), Tout Va Bien (1972) και Letter to Jane (1972). Οι ταινίες αυτές ήταν ριζοσπαστικές ως προς το περιεχόμενο και το ύφος τους και βασίζονταν ως επί το πλείστον, στις ιδέες της πάλης των τάξεων και τον διαλεκτικό υλισμό.

Το 1971 ο Γκοντάρ είχε ένα σοβαρό ατύχημα με μοτοσικλέτα που τον κράτησε αρκετούς μήνες στο νοσοκομείο.

Διαφήμιση

Στο Παρίσι θα γνωρίσει την Ελβετίδα σκηνοθέτη Αν-Μαρί Μιεβίλ και την επόμενη χρονιά θα φύγουν μαζί για τη Γκρενόμπλ, όπου ο Γκοντάρ θα μεταφέρει το Sonimage video studio. Σταδιακά απομακρύνθηκε από τον στρατευμένο κινηματογράφο της ομάδας Βερτόφ και επέστρεψε σε πιο προσωπικά θέματα.
Γοητευμένος από τα νέα μέσα ο Γκοντάρ, μαζί με την Μιεβίλ πειραματίστηκαν με το βίντεο, δουλεύοντας αρκετά με αναθέσεις από τη γαλλική τηλεόραση: Εδώ κι Αλλού – 1974, Πώς τα Πάτε; – 1976, Έξι Φορές Δύο – 1976, Γαλλία, Γύρος, Παρακαμπτήριος – 1979. Μαζί θα ολοκληρώσουν επίσης το «Numero Deux» (1975) και το «Σώζων Εαυτόν Σωθήτω» του 1980, το οποίο σηματοδοτεί την αρχή μιας νέας περιόδου στο έργο του και την επιστροφή του στο κλασσικό σινεμά.

Στη συνέχεια ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, εγκαθίσταται στο Παρίσι όπου αρχίζει να επεξεργάζεται τη «θεϊκή τριλογία», που αποτελείται από τα: «Passion» (1982), «First Name: Carmen» (1983) και το «Hail Mary» (1985). Τρεις ταινίες – πραγματείες, με βάση τη γυναικεία φύση, την επιθυμία, τη σεξουαλική ιδιαιτερότητα, αλλά και την ίδια την εικόνα.
Στα χρόνια που ακολουθούν, ο Γκοντάρ και η Μιεβίλ, μεταφέρουν το Sonimage στούντιο στην Rolle, μια μικρή πόλη ανάμεσα στη Γενεύη και τη Λωζάνη της Ελβετίας.

Το 1986 οι δυο τους πραγματοποίησαν την παραγωγή, αλλά και πρωταγωνίστησαν, στο home-movie «Soft and Hard» (Soft Talk on a Hard Subject Between Two Friends) για το βρετανικό Channel Four. Στη συνέχεια θα πραγματοποιήσουν τις ταινίες: «Grandeur et Decadence d’un Petit Commerce de Cinema» (1986), «Soigne ta Droite» (1986) και «King Lear» (1986).

Στη δεκαετία του ’90 ο Γκοντάρ θα σκηνοθετήσει τα φιλμ: «Nouvelle Vague» (1990), «Germany 90 Nine Zero» (1991), «Helas pour moi» (1993), «Forever Mozart» (1996) και την οκτάωρη σειρά «Histoires du cinema» (1997-98).

Το 1998 το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης αναθέτει στον Γκοντάρ και τη Μιεβίλ την παραγωγή του σαρανταεπτάλεπτου βίντεο «The Old Place» (Essai sur le rôle des arts à la fin du 20e siècle / Small Notes Regarding the Arts at Fall of 20th Century).
Το 2001 ο Γκοντάρ επανέρχεται στη σκηνοθεσία με το «Éloge de l’amour» (In Praise of Love), ταινία που προβλήθηκε στο Φεστιβάλ των Καννών, ενώ το 2003 το φιλμ κυκλοφόρησε και στην Ελλάδα, με τον τίτλο: «Ελεγεία του Έρωτα». Μία ταινία, η οποία πραγματεύεται τα διαχρονικά θέματα της ιστορίας, της μνήμης και του πολιτισμού.

Το 2010 ο σπουδαίος Γάλλος δημιουργός παρουσιάζει το «Film Socialisme». Πρόκειται για ένα μάθημα ιστορίας κι εν μέρει για ένα ιδιόμορφο κινηματογραφικό πείραμα, το οποίο αποτελεί ταυτόχρονα κι ένα σύγχρονο και επίκαιρο πολιτικό σχόλιο, για τις χώρες της Μεσογείου πρωτίστως, αλλά και γενικότερα. Το φιλμ, είχε συμμετοχή στο τμήμα «Ένα Κάποιο Βλέμμα» («Un Certain Regard») του 63ου Φεστιβάλ Καννών.

Διαφήμιση

Τον Μάιο του 2014, στο πλαίσιο του 67ου Διεθνούς Κινηματογραφικού Φεστιβάλ των Καννών, ο Γκοντάρ επέστρεψε με τη νέα του ταινία που φέρει τον τίτλο: «Αποχαιρετισμός στη Γλώσσα» (Goodbye to Language / Adieu au langage – 2014). Μία ταινία που έστω και με σχετική καθυστέρηση, έχουμε πλέον την ευκαιρία να την απολαύσουμε και στις ελληνικές Κινηματογραφικές Αίθουσες.

Οι ταινίες του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ άσκησαν και συνεχίζουν να ασκούν τεράστια επιρροή τόσο στον ανεξάρτητο Αμερικάνικο κινηματογράφο όσο και σε πλήθος εικαστικών καλλιτεχνών, ανά την υφήλιο. Όντας ένας από τους κορυφαίους και αυθεντικούς auteur στην ιστορία της Έβδομης Τέχνης, ο Γκοντάρ επαναπροσδιόρισε τον τρόπο με τον οποίο παρακολουθούμε και αντιλαμβανόμαστε τον Κινηματογράφο…
«Θα πρέπει αυτή τη στιγμή, με τον τρόπο μου, να κάνω στον Κινηματογράφο αυτό που κάνει το Βιετνάμ στην Καμπότζη, να ανακατευτώ σε πράγματα που δε με αφορούν», γράφει ο Γκοντάρ, μεταξύ σοβαρού και αστείου, οριοθετώντας έτσι το 1959 ως τη χρονιά που ξεκινά η Nouvelle Vague.

Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του ’50 όταν κυκλοφορεί το πρώτο τεύχος του περιοδικού Cahiers du Cinema (τα τετράδια του κινηματογράφου) στις στήλες του οποίου αρθρογραφούν κινηματογραφόφιλοι αλλά και επίδοξοι σκηνοθέτες, όπως ο Jean Luc Godard, ο Jacques Rivette, ο Francois Truffaut, ο Eric Rohmer και ο Claude Chabrol. Μία δημιουργική παρέα, οι οποίοι πιστεύουν ότι μια ταινία είναι και πρέπει να αντιμετωπίζεται, ως μορφή τέχνης. Ο σκηνοθέτης – δημιουργός (auteur) είναι εκείνος που βάζει τη δική του προσωπική σφραγίδα σε κάθε του έργο αναπτύσσοντας την αντίστοιχη αισθητική και ιδεολογία του.

Ο Γκοντάρ γράφει χαρακτηριστικά: «Οι κινήσεις της μηχανής σας είναι άσχημες, γιατί οι διάλογοί σας είναι άθλιοι. Με λίγα λόγια δεν ξέρετε να κάνετε κινηματογράφο, γιατί δεν ξέρετε καν τι είναι».

Η ιστορία της ταινίας, «Με Κομμένη την Ανάσα» (A Bout De Souffle) αφορά στην ερωτική – αν και κάπως αμήχανη – σχέση δύο νέων, μιας Aμερικανίδας (Jean Seberg) κι ενός Γάλλου (Jean Paul Belmondo) στο Παρίσι. Διάχυτες είναι στην ατμόσφαιρα οι ανησυχίες αυτής της περιόδου, εκ μέρους της συγκεκριμένης γενιάς, οι οποίες αντιμετωπίζονται συχνά πυκνά με μια παιγνιώδης διάθεση. Αξίζει εδώ να σημειώσουμε, πως το σενάριο βασίστηκε σε μια ιδέα του Φρανσουά Τρυφώ.

Η κάμερα στο χέρι που κινείται αδιάκοπα, πλάνα μακριά σε διάρκεια, εισαγωγή εικόνων από την ποπ αρτ (κόμικς, γκράφιτι), jump cuts (όταν διακόπτεται η αλληλουχία της ροής των πλάνων), αναφορές σε έργα της παγκόσμιας τέχνης, λογοπαίγνια, freeze frame (όταν παγώνει η εικόνα), γυρίσματα σε εξωτερικούς φυσικούς χώρους, χαμηλός προϋπολογισμός, αυτοσχεδιασμοί στο διάλογο, φυσικοί φωτισμοί και πειραματισμοί στον ήχο, είναι κάποια από τα στοιχεία που ενωμένα μεταξύ τους σαν ένα είδος καλλιτεχνικού κολάζ, αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι αυτού που αποκαλούμε: Nouvelle Vague…

«Θα έπρεπε να ευχαριστήσουμε την Ελλάδα. Είναι η Δύση που χρωστάει στην Ελλάδα. Η φιλοσοφία, η δημοκρατία, η τραγωδία… Πάντα ξεχνάμε τη σχέση ανάμεσα στην τραγωδία και τη δημοκρατία. Χωρίς Σοφοκλή δεν θα υπήρχε Περικλής. Χωρίς τον Περικλή δεν θα υπήρχε Σοφοκλής. Ο τεχνολογικός κόσμος στον οποίο ζούμε τα χρωστά όλα στην Ελλάδα. Ποιος ανακάλυψε τη λογική; Ο Αριστοτέλης… Όλος ο κόσμος χρωστάει χρήματα σήμερα στον Ελλάδα. Θα μπορούσε να ζητήσει από τον σημερινό κόσμο μας χιλιάδες εκατομμύρια για τα δικαιώματα του συγγραφέα και θα ήταν λογικό να της τα δώσουμε. Πάραυτα. «Κατηγορούν τους Έλληνες ότι είναι και ψεύτες… Αυτό μου θυμίζει ένα παλιό συλλογισμό που είχα μάθει στο σχολείο. Ο Επαμεινώνδας είναι ψεύτης ή όλοι οι Έλληνες είναι ψεύτες, άρα ο Επαμεινώνδας είναι Έλληνας. Δεν έχουμε προχωρήσει καθόλου», έχει δηλώσει στο παρελθόν ο Γάλλος σκηνοθέτης.

Στο 67ο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ των Καννών, η ταινία του Γάλλου σκηνοθέτη συμμετείχε στο επίσημο διαγωνιστικό όπου μάλιστα απέσπασε το Βραβείο της Επιτροπής – εξ ημισείας με τον ταλαντούχο νεαρό Καναδό σκηνοθέτη, Ξαβιέ Ντολάν και την ταινία του «Mommy» – αρνούμενος όμως για μία ακόμη φορά να δώσει το παρών.

Πηγή : gossip-tv.gr

Διαφήμιση
Διαβάστε περισσότερα
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Αφήστε το σχόλιο σας:
Viralman.gr